Μετάφραση του "plasticize" σε Ελληνικά
Το πλαστικοποιώ είναι η μετάφραση του "plasticize" σε Ελληνικά.
plasticize
verb
γραμματική
(transitive) To make something more plastic, especially by adding a plasticizer [..]
-
πλαστικοποιώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plasticize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "plasticize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πλαστικός φορέας τσιπ με ακροδέκτες
-
πλαστικά απορρίμματα
-
Πλαστικό ενισχυμένο με ανθρακονήματα
-
Καλώδιο / Αγωγός πλαστικής μόνωσης
-
Πλαστική οπτική ίνα
-
Πλαστικό DIP
-
χυτό, μορφοποιημένο πλαστικό
-
Κυκλικός πλαστικός σύνδεσμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη