Μετάφραση του "playing" σε Ελληνικά

Οι παιχνίδι, παίξιμο, ηθοποιία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "playing" σε Ελληνικά.

playing noun verb γραμματική

(gerund of play) An occasion on which something, such as a song or show, is played. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιχνίδι

    noun neuter

    This game is played differently in Australia.

    Αυτό το παιχνίδι παίζεται διαφορετικά στην Αυστραλία.

  • παίξιμο

    neuter

    But my playing isn't really a big deal.

    Αλλά το παίξιμο μου δεν είναι μεγάλη υπόθεση.

  • ηθοποιία

    noun
  • υποκριτική

    noun

    At such times your playing is lifeless, stilted. "

    Κάποιες στιγμές η υποκριτική σου είναι χωρίς ζωή, επιτηδευμένη. "

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " playing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "playing"

Φράσεις παρόμοιες με "playing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "playing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη