Μετάφραση του "pleading" σε Ελληνικά
Οι συνηγορία, υπεράσπιση, πρόταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pleading" σε Ελληνικά.
pleading
adjective
noun
verb
γραμματική
(law) a document filed in a lawsuit [..]
-
συνηγορία
nounYour pleading comes too late.
Η συνηγορία σου έρχεται αργά.
-
υπεράσπιση
noun -
πρόταση
nounThe counterclaim was not pursued in the supplementary pleadings and was not argued at the hearing.
Το εν λόγω αίτημα της ανταγωγής δεν περιελήφθη πάντως στο αιτητικό των προτάσεων ούτε υποβλήθηκε εκ νέου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pleading " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pleading" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρνούμαι την κατηγορία · δεν αποδέχομαι τις κατηγορίες · δεν παραδέχομαι την ενοχή μου · δηλώνω αθώος
-
είμαι υπέρ · κάνω έκκληση για · υποστηρίζω
-
πώς απολογείσαι;
-
εκ περιτροπής αγόρευση
-
αρνούμαι να καταθέσω · επικαλούμαι την 5η τροπολογία τού συντάγματος
-
αιτούμαι · απολογούμαι · εκλιπαρώ · θερμοπαρακαλώ · ικετεύω · παρακαλώ · προφασίζομαι · συνηγορώ · υπερασπίζομαι · υπερασπίζω
-
δηλώνω ένοχος · ομολογώ την ενοχή μου
-
εκ περιτροπής αγόρευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη