Μετάφραση του "plethora" σε Ελληνικά
Οι πληθώρα, υπεραφθονία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plethora" σε Ελληνικά.
plethora
noun
γραμματική
(usually followed by of) An excessive amount or number; an abundance. [..]
-
πληθώρα
noun feminineexcess, abundance
Okay, plethora - that's my word.
Okay, πληθώρα, αυτή είναι η λέξη μου.
-
υπεραφθονία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plethora " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη