Μετάφραση του "plum" σε Ελληνικά
Οι δαμάσκηνο, δαμασκηνιά, δαμασκηνί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plum" σε Ελληνικά.
plum
adjective
verb
noun
adverb
γραμματική
The edible, fleshy stone fruit of Prunus domestica, often of a dark red or purple colour. [..]
-
δαμάσκηνο
noun neuterthe fruit [..]
No, I offer him plum wine, but he say no.
Όχι, του πρόσφερα κρασί από δαμάσκηνο και αυτός αρνήθηκε.
-
δαμασκηνιά
noun femininethe tree
A whole range of rootstock is used for plums, but myrobalan is most common.
Για τις δαμασκηνιές χρησιμοποιούνται πολυάριθμα υποκείμενα εμβολιασμού, αλλά το συνηθέστερο είναι η δαμασκηνιά Myrobalan.
-
δαμασκηνί
noun neuterthe colour
It's the plum-colored Volvo.
Είναι το δαμασκηνί Βόλβο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βαθυκόκκινο
- σταφίδα (σε πουτίγκα ή κέικ)
- Δαμάσκηνο
- τζάνερο
- ερίκι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "plum"
Φράσεις παρόμοιες με "plum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγρια δαμασκηνιά
-
δέντρο Chrysobalanus icaco · κοκοφοίνικας
-
δέντρο Chrysobalanus icaco
-
αγριοδαμάσκηνο prunus insititia · αγριοδαμασκηνιά prunus insititia
-
άνθος δαμασκηνιάς
-
καρπός δέντρου achras zapota
-
δαμασκηνιά Prunus subcordata
-
Πραουστιά · τζάνερο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη