Μετάφραση του "plummet" σε Ελληνικά

Οι πέφτω, νήμα της στάθμης, καταρρέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plummet" σε Ελληνικά.

plummet verb noun γραμματική

(archaic) A piece of lead attached to a line, used in sounding the depth of water. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέφτω

    verb

    The thief will suffer when prices plummet with the next harvest.

    Ο κλέφτης θα υποφέρει όταν οι τιμές πέσουν κατακόρυφα με την επόμενη σοδιά.

  • νήμα της στάθμης

    The foundation cornerstone would be used as a guide as other stones were put in place, a plummet being dropped to it to align them.

    Η θεμέλια ακρογωνιαία πέτρα χρησίμευε ως οδηγός καθώς τοποθετούνταν οι άλλες πέτρες, οι οποίες ευθυγραμμίζονταν με αυτήν με βάση το νήμα της στάθμης.

  • καταρρέω

    Verb verb

    She will drag us to ruin when it plummets.

    Θα μας σύρει στην καταστροφή όταν αρχίσει να καταρρέει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαρίδι
    • καταπειρατηρία
    • αλφάδι
    • βολίδα
    • καταποντίζομαι
    • πέφτω κατακόρυφα
    • σκαντάγιο, καταπειρατηρία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plummet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Plummet
+ Προσθήκη

"Plummet" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Plummet στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plummet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη