Μετάφραση του "plural" σε Ελληνικά

Οι πληθυντικός, αριθμός, πλειοψηφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plural" σε Ελληνικά.

plural adjective noun γραμματική

More than one of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληθυντικός

    adjective noun masculine

    more than one [..]

    From now on, " fishes " is the plural for fishes.

    Στο εξής, ο πληθυντικός τού ψαριού είναι τα " ψάργια ".

  • αριθμός

    noun masculine

    The claimant as well as the defendant party can consist of a plurality of Contracting Parties.

    Ενάγων καθώς και εναγόμενος δύνανται να είναι και αριθμός συμβαλλομένων μερών.

  • πλειοψηφία

    noun feminine

    Now, we didn't just win a plurality here in New Hampshire.

    Τώρα, δεν κερδίσαμε απλώς εδώ στο Νιου Χάμπσαϊρ κερδίσαμε την πλειοψηφία.

  • πληθυντικός αριθμός

    noun

    The plural form of the noun here in Hebrew is the plural of majesty or excellence.

    Ο πληθυντικός αριθμός του ουσιαστικού εδώ, στο πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο, είναι πληθυντικός μεγαλειότητας ή εξοχότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plural " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Plural
+ Προσθήκη

"Plural" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Plural στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "plural" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Πλουραλισμός · πλουραλισμός · πολιτικός πλουραλισμός · πολυφωνία
  • πλήθος · πλειονότητα · πλειοψηφία · πολλαπλότητα · σχετική πλειοψηφία
  • λέξεων
  • πληθυντικός της μεγαλοπρέπειας
  • πληθυντικός της μεγαλοπρέπειας
  • πληθυντικός της μεγαλοπρέπειας
  • στον πληθυντικό · συσσωρευτικά
  • αριθμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plural" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη