Μετάφραση του "pm" σε Ελληνικά

Οι μμ, πρωθυπουργός, νεκροψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pm" σε Ελληνικά.

pm abbreviation

Alternative form of [i]p.m.[/i] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μμ

    adverb

    We will be calling the first fight at 8.15 pm.

    Θα ανακοινώσουμε τον πρώτο αγώνα στις 8.15 μμ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

PM verb noun γραμματική

to project manage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωθυπουργός

    noun masculine

    The PM isn't pleased with my performance at the committee.

    Ο πρωθυπουργός δυσανασχέτησε με την στάση μου στην επιτροπή.

  • νεκροψία

    noun feminine

    Well, again, we'll know more after the PM, but...

    Και γι'αυτό θα ξέρουμε, μετά τη νεκροψία, αλλά...

Pm noun

a soft silvery metallic element of the rare earth group having no stable isotope; was discovered in radioactive form as a fission product of uranium

+ Προσθήκη

"Pm" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pm στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "pm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη