Μετάφραση του "pocket" σε Ελληνικά

Οι τσέπη, τσεπώνω, θύλακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pocket" σε Ελληνικά.

pocket adjective verb noun γραμματική

A bag stitched to an item of clothing, used for carrying small items. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσέπη

    noun feminine

    financial resources [..]

    There is an apple in the boy's pocket.

    Υπάρχει ένα μήλο στην τσέπη του αγοριού.

  • τσεπώνω

    verb

    to take and keep (especially money) that is not one's own [..]

    I use the same bill for two tables, and I pocket the cash for the other one.

    Χρησιμοποιώ την ίδια απόδειξη δύο φορές και τσεπώνω τα φράγκα για την άλλη.

  • θύλακας

    noun masculine

    military: area where military units are completely surrounded by enemy units [..]

    OK, we need to find out if there's any pockets of breathable atmosphere in there.

    Να δούμε μήπως υπάρχουν εκεί μέσα θύλακες αέρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαλάντιο
    • θυλάκιο
    • ενθυλακώνω
    • τρύπα
    • βάζω
    • τσαντάκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pocket " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pocket
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τσέπης, μικρός

Εικόνες με "pocket"

Φράσεις παρόμοιες με "pocket" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pocket" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη