Μετάφραση του "pocketing" σε Ελληνικά
Το τσέπωμα είναι η μετάφραση του "pocketing" σε Ελληνικά.
pocketing
verb
Present participle of pocket. [..]
-
τσέπωμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pocketing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pocketing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κωλότσεπη
-
βαθιές τσέπες
-
λεξικό τσέπης
-
υποδοχές για περόνες
-
μικρός
-
Πάρκο τσέπης
-
Τσέπης, μικρός
-
θύλακας αντίστασης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη