Μετάφραση του "poise" σε Ελληνικά

Οι έτοιμος, ισορροπία, ισορροπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poise" σε Ελληνικά.

poise verb noun γραμματική

(obsolete) Weight; an amount of weight, the amount something weighs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έτοιμος

    adjective

    Mr Collins was poised to make me an offer that would save my father...

    Ο κύριος Κόλλινς ήταν έτοιμος να μου κάνει μια προσφορά που θα έσωζε τον πατέρα μου...

  • ισορροπία

    noun feminine

    An entirely mediocre and defenseless creature with not a shred of poise.

    Ένα εντελώς ασήμαντο και αβοήθητο πλάσμα χωρίς ισορροπία πνεύματος.

  • ισορροπώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αξιοπρέπεια
    • αντισταθμίζω
    • άνεση
    • ψυχραιμία
    • ευστάθεια
    • παράστημα
    • Πουάζ
    • αιωρούμαι
    • ζυγιάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " poise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "poise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διατηρώ την ψυχραιμία μου · εξακολουθώ να ισορροπώ · παραμένω ατάραχος
  • άνετος · έτοιμος · βέβαιος για τον εαυτό μου · ψύχραιμος
  • βρίσκομαι σε ετοιμότητα για να · βρίσκομαι σε θέση [+Γεν.] · είμαι έτοιμος να · είμαι υπ' ατμόν να · ετοιμάζομαι να · παίρνω θέση [+Γεν.]
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "poise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη