Μετάφραση του "polarize" σε Ελληνικά

Οι πολώνω, πολώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polarize" σε Ελληνικά.

polarize verb γραμματική

(transitive, US) To cause to have a polarization. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολώνω

    verb
  • πολώνομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " polarize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "polarize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "polarize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη