Μετάφραση του "polemic" σε Ελληνικά
Οι πολεμικός, πολεμική, επιχειρηματολογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polemic" σε Ελληνικά.
A person who writes in support of one opinion, doctrine, or system, in opposition to another; one skilled in polemics; a controversialist; a disputant. [..]
-
πολεμικός
adjectiveWhen Mr Rothley says jobs are at stake, that is nothing but polemics.
Όταν ο κ. Rothley ισχυρίζεται ότι το ζήτημα είναι οι θέσεις εργασίας, αυτό δεν είναι τίποτ'άλλο παρά πολεμική.
-
πολεμική
adjectivecontentious argument that is intended to establish the truth of a specific belief and the falsity of the contrary belief
When Mr Rothley says jobs are at stake, that is nothing but polemics.
Όταν ο κ. Rothley ισχυρίζεται ότι το ζήτημα είναι οι θέσεις εργασίας, αυτό δεν είναι τίποτ'άλλο παρά πολεμική.
-
επιχειρηματολογώ
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λογομάχος
- πολέμιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " polemic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Polemic" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Polemic στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "polemic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άσκηση πολεμικής · απολογητική · επιχειρηματολογία