Μετάφραση του "polisher" σε Ελληνικά

Οι λούστρος, στιλβωτής, στιλβωτικό εργαλείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polisher" σε Ελληνικά.

polisher noun γραμματική

A person who makes something smooth or shiny. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λούστρος

  • στιλβωτής

  • στιλβωτικό εργαλείο

  • στιλβωτικό μηχάνημα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " polisher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "polisher" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γυάλισμα, στίλβωμα · στίλβωμα · στίλβωση
  • εκλεπτύνω · εξευγενίζω
  • πολωνική γλώσσα
  • αντίστροφος πολωνικός συμβολισμός
  • Λειαίνω, γυαλίζω, στιλβώνω · Πολωνικά · Πολωνός · πολωνέζικος · πολωνικά · πολωνική γλώσσα · πολωνικός
  • βερνίκι · βερνικώνω · γυάλισμα · γυαλάδα · γυαλίζω · εκλεπτύνω · εξευγενίζω · λουστράρω · λούστρο · πολωνικά · στίλβωση · στιλβώνω · στιλπνότητα
  • γυαλόχαρτο, χαρτί στίλβωσης
  • Πολωνική Βικιπαίδεια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "polisher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη