Μετάφραση του "pollster" σε Ελληνικά
Το δημοσκόπος είναι η μετάφραση του "pollster" σε Ελληνικά.
pollster
noun
γραμματική
A professional whose primary job is conducting pre-election polls. [..]
-
δημοσκόπος
nounShe's a pollster with the Benishek campaign in the Michigan First.
Είναι δημοσκόπος του Μπένισεκ στην πρώτη του Μίσιγκαν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pollster " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη