Μετάφραση του "polyglot" σε Ελληνικά
Οι πολύγλωσσος, γλωσσομαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polyglot" σε Ελληνικά.
polyglot
noun
adjective
γραμματική
Versed in, or speaking, many languages. [..]
-
πολύγλωσσος
noun adjective masculineone who masters, notably speaks, several languages [..]
On-demand interpreting services are filling the need to communicate in what a Reuters news report calls “an increasingly polyglot world.”
Γραφεία διερμηνέων άμεσης εξυπηρέτησης καλύπτουν την ανάγκη για επικοινωνία στον «ολοένα και πιο πολύγλωσσο κόσμο» μας, όπως τον χαρακτήρισε ένα δημοσίευμα του Ρόιτερ.
-
γλωσσομαθής
noun masculine, feminineone who masters, notably speaks, several languages [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " polyglot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη