Μετάφραση του "popular" σε Ελληνικά

Οι δημοφιλής, λαϊκός, λαοφιλής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "popular" σε Ελληνικά.

popular adjective γραμματική

Of or pertaining to the common people, or to the whole body of the people, as distinguished from a select portion; as, the popular voice; popular elections; popular music. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημοφιλής

    adjective masculine, feminine

    It's a boy and he's going to be very popular with the ladies.

    Είναι αγόρι και θα είναι πολύ δημοφιλής με τα κορίτσια.

  • λαϊκός

    adjective

    που προέρχεται από το λαό

    Fitness training and sport as a daily exercise and popular sport are in dire straits.

    Η αγωγή υγείας και η άθληση ως καθημερινή πρακτική, ο λαϊκός αθλητισμός, δεινοπαθούν.

  • λαοφιλής

    adjective

    A tough stance on China is popular, and we can use that to our advantage.

    Η σκληρή τακτική κατά της Κίνας είναι λαοφιλής ας εκμεταλλευτούμε την κατάσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνωστός
    • κοινός
    • λαοπρόβλητος
    • συμπαθής
    • διαδεδομένος
    • έχει πέραση
    • έχει ρεύμα
    • αγαπημένος
    • προσιτός
    • φτηνός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " popular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Popular
+ Προσθήκη

"Popular" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Popular στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "popular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "popular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη