Μετάφραση του "population" σε Ελληνικά
Οι πληθυσμός, πληθυσμιακός, πληθυσμιακή στατιστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "population" σε Ελληνικά.
population
noun
γραμματική
(collective) The people living within a political or geographical boundary [..]
-
πληθυσμός
noun masculineall people living within a political or geographical boundary [..]
Each year the world's population increases on average by two percent.
Κάθε χρόνο ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται δύο τις εκατό κατά μέσο όρο.
-
πληθυσμιακός
Population screening for rare diseases
Προσυμπτωματικός πληθυσμιακός έλεγχος για σπάνιες νόσους
-
πληθυσμιακή στατιστική
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " population " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Population
-
Πληθυσμός
Each year the world's population increases on average by two percent.
Κάθε χρόνο ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται δύο τις εκατό κατά μέσο όρο.
Φράσεις παρόμοιες με "population" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικολογία των πληθυσμών
-
συγκέντρωση του πληθυσμού
-
άμαχος πληθυσμός
-
παγκόσμιος πληθυσμός
-
πληθυσμιακή δυναμική
-
στατιστική πληθυσμών αγρίων ειδών
-
ενεργός γεωργικός πληθυσμός · ενεργός πληθυσμός που απασχολείται στη γεωργία
-
δημογραφική πρόβλεψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη