Μετάφραση του "portion" σε Ελληνικά
Οι μερίδιο, παρτίδα, μερίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "portion" σε Ελληνικά.
portion
verb
noun
γραμματική
An allocated amount. [..]
-
μερίδιο
nounYou will inherit a portion of the property of the deceased on an equal basis with Katya.
Θα κληρονομήσετε μερίδιο της περιουσίας του θανόντος ισότιμα με την κόρη του Κάτια.
-
παρτίδα
Open tube, probe, bottle or another appropriate equipment able to take samples at random from the sampled portion.
Ανοικτός σωλήνας, καθετήρας, φιάλη ή άλλο κατάλληλο σκεύος ικανό να συλλέγει τυχαία δείγματα από την παρτίδα.
-
μερίδα
noun feminineSalad dressings shall be packed as single portions.
Οι σάλτσες σαλάτας πρέπει να συσκευάζονται ως μία μερίδα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μέρος
- αναλογία
- μοιράζω
- μοίρα
- κατανέμω
- διαμοιράζω
- συστατικό
- μοιρασιά
- περίσταση
- πεπρωμένο
- νέμω
- τύχη
- τμημα, μερίδιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " portion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Portion
-
Μερίδιο, τμήμα, τομέας
Φράσεις παρόμοιες με "portion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Είναι πολύ καλύτερο να αγοράζετε μικρές μερίδες φρέσκιας ντομάτας που μπορείτε να φάτε μέσα σε μια μέρα.
-
διαμοιράζω · καταμερίζω · κατανέμω · μοιράζω
-
τμήμα συνιστώσας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη