Μετάφραση του "positioning" σε Ελληνικά

Οι τοποθέτηση, εντοπισμός, προσδιορισμός θέσης, τοποθέτηση σε αγορές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "positioning" σε Ελληνικά.

positioning noun adjective verb γραμματική

The act of positioning; placement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοποθέτηση

    noun feminine

    Placing elements, such as text and graphics, on a page to let the page author control the exact location and layer order of a page element.

    Such that the rules for longitudinal positioning are complied with.

    Τέτοιος, ώστε να τηρούνται οι κανόνες για την κατά μήκος τοποθέτηση.

  • εντοπισμός, προσδιορισμός θέσης

  • τοποθέτηση σε αγορές

  • χωροθέτηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " positioning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "positioning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "positioning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη