Μετάφραση του "potency" σε Ελληνικά
Οι ισχύς, δύναμη, δραστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "potency" σε Ελληνικά.
The ability or capacity to perform something. [..]
-
ισχύς
noun feminineBudesonide has intermediate potency between beclomethasone and fluticasone.
Η ισχύς της βουδεσονίδης που κυμαίνεται μεταξύ της ισχύος της βεκλομεθαζόνης και της φλουτικαζόνης.
-
δύναμη
noun feminineThere are men who possess an extraordinary masculine potency.
Υπάρχουν άνθρωποι που κατέχουν μια ασυνήθιστη αρσενική δύναμη.
-
δραστικότητα
nounWe test them for purity and potency before they are sold.
Τα δοκιμάζουμε για καθαρότητα και δραστικότητα πριν πουληθούν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποτελεσματικότητα
- δυνατότητα
- επίδραση
- επενέργεια
- πιθανότητα
- εξουσία
- ενέργεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " potency " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Potency" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Potency στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.