Μετάφραση του "potentiality" σε Ελληνικά
Οι δυνατότητα, δυναμικό, ικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "potentiality" σε Ελληνικά.
The quality of being, or having potential. [..]
-
δυνατότητα
noun feminineThis possibility constitutes the key element for harnessing the available cost-effective emissions reduction potential.
Η δυνατότητα αυτή αποτελεί στοιχείο κλειδί για εκμετάλλευση των διαθέσιμων δυνατοτήτων αποδοτικής μείωσης των εκπομπών.
-
δυναμικό
nounThese will have to be addressed if the sector is to reach its full potential.
Αυτοί θα πρέπει να αρθούν για να μπορέσει ο τομέας να αξιοποιήσει όλο το δυναμικό του.
-
ικανότητα
noun -
πιθανότητα
noun feminineMore sedation and less potential for excitement than other opioids in horses.
Περισσότερη νάρκωση και μικρότερη πιθανότητα διέγερσης από άλλα οπιοειδή σε άλογα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " potentiality " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "potentiality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δείκτης Κέιπ
-
τεράστιες δυνατότητες
-
έχω δυνατότητες
-
ταλέντο με υψηλό δυναμικό, με μεγάλες δυνατότητες, μεγάλων δυνατοτήτων
-
αναπτυξιακό δυναμικό
-
Αύξηση δυναμικού γης
-
Υψηλό δυναμικό
-
πιθανός πελάτης