Μετάφραση του "pothole" σε Ελληνικά
Οι λακκούβα, τρύπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pothole" σε Ελληνικά.
pothole
noun
γραμματική
A shallow pit or other edged depression in a road's surface, especially when caused by erosion by weather or traffic. [..]
-
λακκούβα
noun femininea hole in a road
I've had to pee since our tram hit that pothole.
Έχω να κατουρήσω από τότε που το τραμ έπεσε στην λακκούβα.
-
τρύπα
noun verb feminineIf you're here to complain about the pothole, I guarantee I did it correctly.
Αν ήρθες να παραπονεθείς για τη τρύπα, σου εγγυώμαι ότι την έφτιαξα σωστά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pothole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη