Μετάφραση του "pounce" σε Ελληνικά

Οι εφορμώ, ορμάω, χιμάω (σε κπ, κτ) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pounce" σε Ελληνικά.

pounce verb noun γραμματική

(intransitive) To leap into the air intending to seize someone or something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφορμώ

    verb

    When the time's just right- - that's when I pounce.

    Και όταν έρθει η σωστή στιγμή... τότε εφορμώ.

  • ορμάω

    1. επιτίθεμαι σε κπ., ρίχνομαι, χιμάω [ΛΚΝ]

  • χιμάω (σε κπ, κτ)

    to seize (prey) suddenly: The bird quickly pounced its prey. [dictionary.com]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pounce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pounce
+ Προσθήκη

"Pounce" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pounce στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "pounce"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pounce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη