Μετάφραση του "pow" σε Ελληνικά
Οι αιχμάλωτος πολέμου, αιχμάλωτος πολέμου, αιχμάλωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pow" σε Ελληνικά.
Represents the sound of a violent impact, such as a punch. [..]
-
αιχμάλωτος πολέμου
noun masculineBut as soon as he's back, he's back in his loft where he was as a POW.
Όταν γύρισε, πήγε πίσω στη σοφίτα, που έμενε σαν αιχμάλωτος πολέμου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pow " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Initialism of [i]prisoner of war[/i]. [..]
-
αιχμάλωτος πολέμου
noun masculineBut as soon as he's back, he's back in his loft where he was as a POW.
Όταν γύρισε, πήγε πίσω στη σοφίτα, που έμενε σαν αιχμάλωτος πολέμου.
-
αιχμάλωτος
noun masculineBut as soon as he's back, he's back in his loft where he was as a POW.
Όταν γύρισε, πήγε πίσω στη σοφίτα, που έμενε σαν αιχμάλωτος πολέμου.
A combatant who is imprisoned by an enemy power during or immediately after an armed conflict.
"PoW" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το PoW στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.