Μετάφραση του "praxis" σε Ελληνικά

Οι συνήθεια, πρακτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "praxis" σε Ελληνικά.

praxis noun γραμματική

The practical application of any branch of learning. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνήθεια

    noun feminine

    A pattern of behavior inherited or acquired through frequent repetition.

  • πρακτική

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " praxis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "praxis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη