Μετάφραση του "preach" σε Ελληνικά
Οι κηρύττω, κηρύσσω, ηθικολογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preach" σε Ελληνικά.
preach
verb
noun
γραμματική
Give a sermon. [..]
-
κηρύττω
verbκάνω κήρυγμα
He explained that the town belonged to him and forbade me to preach there.
Μου εξήγησε ότι η πόλη τού ανήκε και μου απαγόρευσε να κηρύξω εκεί.
-
κηρύσσω
verbκάνω κήρυγμα
He explained that the town belonged to him and forbade me to preach there.
Μου εξήγησε ότι η πόλη τού ανήκε και μου απαγόρευσε να κηρύξω εκεί.
-
ηθικολογώ
verbThis isn't a sermon, and i'm not preaching.
Δεν είναι κήρυγμα και δεν ηθικολογώ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προωθώ
- προπαγανδίζω
- συνηγορώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " preach " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "preach" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πριτς, ο μεσαίος είναι δικός σου
-
κήρυγμα
-
κάνω κήρυγμα σε
-
κήρυγμα
-
κήρυγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη