Μετάφραση του "preclude" σε Ελληνικά
Οι αποκλείω, κωλύω, εμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preclude" σε Ελληνικά.
(transitive) Remove the possibility of; rule out; prevent or exclude; to make impossible. [..]
-
αποκλείω
verbrule out
However, this shall not preclude the use of electronic certification or other agreed systems, harmonised at Community level.
Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει τη χρήση ηλεκτρονικής πιστοποίησης ή άλλων συμφωνημένων συστημάτων, εναρμονισμένων σε κοινοτικό επίπεδο.
-
κωλύω
VerbAs the appeal does not have suspensory effect, it does not preclude the immediate implementation of that decision.
Δεδομένου ότι η προσφυγή αυτή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, δεν κωλύει την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
-
εμποδίζω
verbTherefore, that assurance cannot preclude the contested corrections.
Κατά συνέπεια η υπόσχεση αυτή δεν μπορεί να εμποδίσει τις επίδικες διορθώσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " preclude " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "preclude" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγορεύουν
-
απαγορεύουν