Μετάφραση του "preferential" σε Ελληνικά
Οι προτιμησιακός, προνομιακός, αγαπημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preferential" σε Ελληνικά.
preferential
adjective
γραμματική
Of or relating to the showing or giving of preference. [..]
-
προτιμησιακός
adjectiverelating to preference
In these cases, a preferential Customs duty is not requested or does not exist.
Στις περιπτώσεις αυτές, δεν απαιτείται ή δεν υπάρχει προτιμησιακός δασμός.
-
προνομιακός
adjectiveSecond, they undertook to calculate the water treatment levy at a similarly preferential rate.
Αφετέρου, δεσμεύτηκαν να υπολογίζουν τα τέλη καθαρισμού λυμάτων με συντελεστή που και αυτός ήταν προνομιακός.
-
αγαπημένος
particle -
προνομιούχος, προτιμησιακό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " preferential " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "preferential" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προνομιούχες συχνότητες
-
προνομιακή τιμή
-
προτιμησιακή συμφωνία
-
προτιμησιακή τιμή
-
ψήφος με εκδήλωση προτίμησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη