Μετάφραση του "prehension" σε Ελληνικά
Οι αρπαγή, πιάσιμο, σύλληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prehension" σε Ελληνικά.
prehension
noun
γραμματική
the act of grasping or gripping something, especially with the hands [..]
-
αρπαγή
noun -
πιάσιμο
noun -
σύλληψη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prehension " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη