Μετάφραση του "prejudgment" σε Ελληνικά
Το προκατάληψη είναι η μετάφραση του "prejudgment" σε Ελληνικά.
prejudgment
noun
γραμματική
A judgment made before the evidence has been presented [..]
-
προκατάληψη
noun feminineI see a little prejudgment on your face.
Βλέπω λίγη προκατάληψη στο πρόσωπό σας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prejudgment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prejudgment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προκατάληψη
-
προδικάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη