Μετάφραση του "premeditated" σε Ελληνικά

Οι εκ προμελέτης, προμελετημένος, προσχεδιασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "premeditated" σε Ελληνικά.

premeditated adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of premeditate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκ προμελέτης

    It is our only evidence of premeditation that supports first degree.

    Είναι το μόνο μας στοιχείο, για φόνο εκ προμελέτης.

  • προμελετημένος

    And what they will hear the murder reporting it is of the most awful, premeditated and to coolness.

    Και ο φόνος που θ'ακούσετε εδώ να περιγράφετε είναι ο πιο ειδεχθής, προμελετημένος και ψυχρός.

  • προσχεδιασμένος

    The murder was premeditated and filled with rage. Not the act of someone apologetic or ashamed.

    Ο φόνος ήταν προσχεδιασμένος και γεμάτος οργή, όχι πράξη κάποιου που ντρέπεται και θέλει να απολογηθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " premeditated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "premeditated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "premeditated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη