Μετάφραση του "prepayment" σε Ελληνικά

Οι προκαταβολή, προπληρωμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prepayment" σε Ελληνικά.

prepayment noun γραμματική

A payment in advance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προκαταβολή

    noun feminine

    payment in advance

  • προπληρωμή

    noun

    Maximum percentage of the outstanding balance allowed annually as a prepayment without incurring a penalty.

    Μέγιστο ποσοστό του επιτρεπόμενου ανεξόφλητου υπολοίπου ετησίως ως προπληρωμή, χωρίς την επιβολή προστίμου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prepayment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prepayment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prepayment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη