Μετάφραση του "prepossessing" σε Ελληνικά

Οι ελκυστικός, συμπαθητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prepossessing" σε Ελληνικά.

prepossessing adjective γραμματική

Tending to invite favor; attracting confidence, favor, esteem, or love; attractive; as, a prepossessing manner. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελκυστικός

    adjective
  • συμπαθητικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prepossessing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prepossessing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prepossessing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη