Μετάφραση του "prerogative" σε Ελληνικά
Οι δικαίωμα, προνόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prerogative" σε Ελληνικά.
prerogative
adjective
noun
γραμματική
A hereditary or official right or privilege. [..]
-
δικαίωμα
noun neuterDefense has the prerogative to call vital witnesses.
H υπεράσπιση έχει δικαίωμα να κλητεύει μάρτυρες ζωτικής σημασίας.
-
προνόμιο
noun neuterIf Wes wanted to go slumming with the help, that was his prerogative.
Αν ο Γουές ήθελε να πηγαίνει με μια βοηθό, αυτό ήταν προνόμιο του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prerogative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη