Μετάφραση του "presence" σε Ελληνικά

Οι παρουσία, παρουσιαστικό, αέρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "presence" σε Ελληνικά.

presence verb noun γραμματική

The fact or condition of being present, or of being within sight or call, or at hand; [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρουσία

    noun feminine

    A collection of attributes that provide an indication of a person's status, activity, location, willingness to communicate, and contact information. [..]

    The presence of unauthorised medicinal substances in feedingstuffs constitutes an infringement.

    Η παρουσία μη επιτρεπόμενων φαρμακευτικών ουσιών στις ζωοτροφές συνιστά παράβαση.

  • παρουσιαστικό

    noun neuter

    Let's be honest, that man has a presence.

    Ας είμαστε ειλικρινείς, ο άνθρωπος έχει παρουσιαστικό.

  • αέρας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " presence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Presence
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρουσία

    Presence of non-executive or supervisory directors

    Παρουσία και ρόλος των μη εκτελεστικών και των εποπτικών διοικητικών στελεχών

Φράσεις παρόμοιες με "presence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "presence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη