Μετάφραση του "preservative" σε Ελληνικά

Οι συντηρητικό, συντηρητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preservative" σε Ελληνικά.

preservative noun adjective γραμματική

(countable) any agent, natural or artificial that acts to preserve, especially when added to food [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντηρητικό

    noun neuter

    any agent, natural or artificial that acts to preserve

    It's a timber preservative found on fences, telephone poles and railroad ties.

    Είναι συντηρητικό ξύλου που το συναντάμε στους φράχτες, στις κολώνες των τηλεφώνων και στους συνδέσμους των σιδηροδρομικών γραμμών.

  • συντηρητικός

    adjective masculine

    tending to preserve

    The use of preservatives other than those permitted under Community legislation is prohibited.

    Απαγορεύεται η χρήση άλλων συντηρητικών ουσιών από αυτές που επιτρέπει η κοινοτική νομοθεσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " preservative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "preservative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "preservative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη