Μετάφραση του "press" σε Ελληνικά

Οι τύπος, πιέζω, πιεστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "press" σε Ελληνικά.

press verb noun γραμματική

(countable) A device used to apply pressure to an item. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύπος

    noun

    Printed matter as a whole, especially newspapers and periodicals. [..]

    Larrue promises to keep it from the press.

    Ο Λαρού υποσχέθηκε να το κρατήσει μακριά από τον τύπο.

  • πιέζω

    verb

    That tumor's pressing on her spinal cord and interfering with the blood flow to her brain.

    Αυτό ο όγκος πιέζει το νωτιαίο μυελό της και παρεμβαίνει στη ροή του αίματος στον εγκέφαλό της.

  • πιεστήριο

    noun

    Printed matter as a whole, especially newspapers and periodicals.

    The printing press is in a tent in the veldt area.

    Το πιεστήριο είναι σε μια σκηνή, στην περιοχή των βοσκοτόπων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρέσα
    • πίεση
    • Τύπος
    • σιδερώνω
    • τσιλλώ
    • επείγων
    • συμπιέζω
    • συνωστισμός
    • δίνω έμφαση
    • μαλάζω
    • ντουλάπα
    • προσπαθώ να επηρεάσω
    • τονίζω ιδιαίτερα
    • πρες κόνφερανς
    • πιέστε
    • προωθώ
    • σφίγγω
    • πατώ
    • ενθαρρύνω
    • παροτρύνω
    • καταπείζω
    • παρακινώ
    • στριμώχνω
    • προτρέπω
    • μηχανική πρέσα
    • πιεστήριο τυπογραφίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " press " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Press
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πιέζω, πιεστήριο, πρέσα

Εικόνες με "press"

Φράσεις παρόμοιες με "press" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "press" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη