Μετάφραση του "pressure" σε Ελληνικά

Οι πίεση, πιέζω, αρτηριακή πίεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pressure" σε Ελληνικά.

pressure verb noun γραμματική

(physics) The amount of force that is applied over a given area divided by the size of this area. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίεση

    noun feminine

    a pressing; force applied to a surface [..]

    My blood pressure is low.

    Η πίεση του αίματος μου είναι χαμηλή.

  • πιέζω

    verb

    Okay, I don't want to pressure you but a lot of planning has gone into this.

    Δεν θέλω να σε πιέσω, αλλά έχουμε επενδύσει πολλά σε αυτό.

  • αρτηριακή πίεση

    feminine

    Blood pressure, ECG, central arterial pressure, pulmonary wedge pressure, urea and electrolytes should be monitored

    Θα πρέπει να παρακολουθούνται η αρτηριακή πίεση το ΗΚΓ, η κεντρική αρτηριακή πίεση, πίεση ενσφήνωσης πνευμονικής, ουρία και ηλεκτρολύτες

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Πίεση
    • εξαναγκάζω
    • υποχρεώνω
    • σπρώχνω
    • ασκώ πιέσεις σε
    • πιέσεις
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pressure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pressure
+ Προσθήκη

"Pressure" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pressure στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "pressure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pressure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη