Μετάφραση του "prettifying" σε Ελληνικά
Το ωραιοποιώντας είναι η μετάφραση του "prettifying" σε Ελληνικά.
prettifying
verb
Present participle of prettify. [..]
-
ωραιοποιώντας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prettifying " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prettifying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ωραιοποιημένος
-
"εξυγιαίνω" · απολυμαίνω · εξωραΐζω · ομορφαίνω · ωραιοποιώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη