Μετάφραση του "prickly" σε Ελληνικά

Οι αγκαθερός, αγκαθωτός, ευερέθιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prickly" σε Ελληνικά.

prickly adjective adverb γραμματική

Covered with sharp points. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγκαθερός

    adjective

    easily irritated [..]

  • αγκαθωτός

    adjective masculine

    Why does old enemy Prickly Jack come to Nervous Elk?

    Γιατί ο παλιός εχθρός ο Αγκαθωτός Τζακ ήρθε στο Νευρικό Ελάφι?

  • ευερέθιστος

    adjective

    And, by that, he means prickly, self-protective and hard to crack.

    Και μ'αυτό εννοεί ευερέθιστος, αυτο - προστατευόμενος και δύσκολος να σπάσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακανθώδης
    • ευέξαπτος
    • επιδεκτικός
    • ενδεχόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prickly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "prickly"

Φράσεις παρόμοιες με "prickly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prickly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη