Μετάφραση του "prim" σε Ελληνικά
Οι τυπικός, σχολαστικός, αγνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prim" σε Ελληνικά.
prim
adjective
verb
noun
γραμματική
To make affectedly precise or proper. [..]
-
τυπικός
adjectiveYou're not the prim little Florentine you pretend to be.
Δεν είστε η μικρή τυπική Φλωρεντίνα που προσποιείστε ότι είστε.
-
σχολαστικός
noun masculineHe's too prim and cautious to be my absolute ideal.
Είναι πολύ σχολαστικός και προσεκτκός για να'ναι τέλειος.
-
αγνός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιτηδευμένος
- περιποιημένος
- στολίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Prim
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Prim" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Prim στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "prim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιτήδευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη