Μετάφραση του "primarily" σε Ελληνικά

Οι πρώτιστα, πρωτίστως, αρχικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "primarily" σε Ελληνικά.

primarily adverb γραμματική

(focus) Of a primary or central nature, first and foremost [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώτιστα

    And those are primarily the large corporations which drive our system.

    Και αυτά είναι πρώτιστα οι μεγάλες εταιρείες που ηγούνται στο σύστημά μας.

  • πρωτίστως

    adverb masculine

    Access by individuals to the courts is governed primarily by national procedural law.

    Η πρόσβαση των ιδιωτών στη δικαιοσύνη διέπεται πρωτίστως από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες.

  • αρχικά

    adverb

    Betel quid is primarily used by people from southeast Asia.

    Η πιπεριά-Στερλίνα χρησιμοποιήθηκε αρχικά από άτομα της ΝΑ Ασίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βασικά
    • κυρίως
    • πρωταρχικά
    • κατεξοχήν
    • κατά κύριο λόγο
    • ως επί το πλείστον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " primarily " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Primarily
+ Προσθήκη

"Primarily" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Primarily στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "primarily" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη