Μετάφραση του "primary source" σε Ελληνικά
Το πρωτογενής πηγή είναι η μετάφραση του "primary source" σε Ελληνικά.
primary source
noun
γραμματική
(historiography) A historical document that was created at or near the time of the events studied, by a known person, for a known purpose [..]
-
πρωτογενής πηγή
document [..]
The assumption is that this new entrant's primary source of energy would be coal.
Η υπόθεση έγκειται στο ότι η πρωτογενής πηγή ενέργειας του εν λόγω νεοεισερχόμενου επενδυτή θα ήταν το κάρβουνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " primary source " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "primary source" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πρωτεύουσα πηγή αναφοράς
-
Πρωτεύον ρολόι / πηγή αναφοράς
-
Πρωτεύον ρολόι / πηγή αναφοράς
-
Πρωτεύουσα πηγή αναφοράς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη