Μετάφραση του "primp" σε Ελληνικά

Οι στολίζω, στολίζομαι, καλλωπίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "primp" σε Ελληνικά.

primp verb γραμματική

To become formal or affected in dress or manners. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στολίζω

    verb

    And your pa primping himself, just for her.

    Κι ο πατέρας σας στολίζεται για χάρη της.

  • στολίζομαι

    verb

    You say " primping " to me again, I'll kill you.

    Αν μου πεις ξανά ότι " στολίζομαι ", θα σε σκοτώσω.

  • καλλωπίζομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " primp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "primp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη