Μετάφραση του "printout" σε Ελληνικά
Το εκτύπωση είναι η μετάφραση του "printout" σε Ελληνικά.
printout
noun
γραμματική
(computing) A hard copy of a program or data set, printed on paper. [..]
-
εκτύπωση
nounAny result outside the measurement range shall be identified as such, where a printout is possible.
Κάθε αποτέλεσμα που κείται εκτός της περιοχής μέτρησης πρέπει να εντοπίζεται, εφόσον είναι δυνατή η εκτύπωση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " printout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "printout" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρχείο ως εκτύπωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη