Μετάφραση του "prismatic" σε Ελληνικά
Το πρισματικός είναι η μετάφραση του "prismatic" σε Ελληνικά.
prismatic
adjective
γραμματική
Of or pertaining to a prism; having the form of a prism; containing one or more prisms [..]
-
πρισματικός
of or pertaining to a prism [..]
Thermometers of the solid-stem type shall have a prismatic stem on which the scale is indicated.
Ο πρισματικός τύπος περιλαμβάνει ένα τριχοειδή σωληνίσκο ενσωματωμένον σ' ένα πρισματικό στέλεχος, επί του οποίου είναι απ' ευθείας χαραγμένη η βαθμονομημένη κλίμαξ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prismatic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη