Μετάφραση του "prison term" σε Ελληνικά

Το περίοδος φυλάκισης είναι η μετάφραση του "prison term" σε Ελληνικά.

prison term noun

the period of time a prisoner is imprisoned; "he served a prison term of 15 months"; "his sentence was 5 to 10 years"; "he is doing time in the county jail"

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίοδος φυλάκισης

    noun

    How did a sister handle relentless interrogation followed by a long prison term?

    Πώς αντιμετώπισε κάποια αδελφή την ανελέητη ανάκριση η οποία ακολουθήθηκε από μια μακρά περίοδο φυλάκισης;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prison term " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prison term" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη