Μετάφραση του "private" σε Ελληνικά

Οι στρατιώτης, ιδιωτικός, προσωπικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "private" σε Ελληνικά.

private adjective noun γραμματική

Belonging to, concerning, or accessible only to an individual person or a specific group. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρατιώτης

    noun masculine

    κατώτερος στρατιωτικός βαθμός [..]

    Now I'm gonna teach you about the chain of command, private.

    Τώρα θα σου μάθω τα σχετικά με την αρχή της ιεραρχίας, στρατιώτη.

  • ιδιωτικός

    adjective masculine

    He was our “responsible person,” assigned as private tour guide, interpreter and custodian.

    Ήταν «υπεύθυνος» για μας, διωρισμένος σαν ιδιωτικός ξεναγός, διερμηνεύς και φύλακας.

  • προσωπικός

    adjective

    Call studio security, have them alert her private detail.

    Ζήτα απ'το στούντιο να ειδοποιηθεί ο προσωπικός φρουρός της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιδιαίτερος
    • μυστικός
    • απλός στρατιώτης
    • απόρρητος
    • ιδιαιτέρως
    • ατομικός
    • κλειστός
    • απόμερος
    • ανώνυμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " private " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Private

A status message displayed when the caller ID of an incoming call is blocked. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ιδιωτικός

    " Private pathologist, " thank you.

    " Ιδιωτικός παθολογος ", να'σαι καλά.

  • Ιδιωτική

    A status message displayed when the caller ID of an incoming call is blocked.

    Tom doesn't want to speak about his private life.

    Ο Τομ δε θέλει να μιλάει για την ιδιωτική του ζωή.

Φράσεις παρόμοιες με "private" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "private" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη