Μετάφραση του "probity" σε Ελληνικά

Οι ακεραιότητα, ευθύτητα, χρηστότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "probity" σε Ελληνικά.

probity noun γραμματική

integrity [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακεραιότητα

    noun

    DI Denton has demonstrated the utmost probity throughout her service career.

    Η Επιθεωρητής Ντέντον επέδειξε ακεραιότητα καθ'όλη την καριέρα της.

  • ευθύτητα

    noun feminine
  • χρηστότητα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " probity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "probity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη